top of page

                                             Πομπηϊα

                        Μεγεθύνσεις και Μεταμορφώσεις  

Στην παρούσα Εκθεση επιχειρείται να ξεκαθαρισθεί, τι περιλαμβάνει η αναπαράσταση εκτός από την εικαστική μορφοποίηση: τον συμβολικό της οπλισμό.

Ο αρχαϊκός νους, όπως διασώζεται μέσα από τις τοιχογραφίες της Πομπηϊας , δηλώνεται μέσα από την αναπαραστατική ζωγραφική , ως μία μορφή σκέψης χωρίς σκεπτόμενο.

Παρουσιάζονται εδώ λοιπόν, μία σειρά από έργα-κουτιά που δουλεύουν, για τον παρατηρητή, τις θεματικές εικόνες της Πομπηϊας, στην λογική του διπλού ορίου :

Ανάμεσα στο μέσα και το έξω,ανάμεσα στην συνείδηση και το ασυνείδητο.

Η συναισθηματική εμπειρία, παρούσα εξ’αρχής, κινείται στην εκλογή λεπτομερειών και μεγεθύνσεων των έργων και των χώρων της Πομπηϊας , ενεργοποιώντας την ενόρμηση και κάνοντας έτσι ικανό, το πρώτο βήμα για την σκέψη.

Μέσα από την συγκεκριμένη ματιά εισάγεται η υπόθεση μιας συνείδησης συνδεδεμένης με τις αισθητηριακές εντυπώσεις του κόσμου της Πομπηϊας, ως αρχαίας αλλά και ως καμμένης πόλης που έχει διασωθεί, φέρνοντας έμμεσα την υπόθεση της ύπαρξης αντιληπτικών ιχνών με μια ποιοτική, συναισθηματική διάσταση .

Στην σειρά αυτών των αντιγράφων επιχειρείται η χρήση ενός ελεύθερου συνειρμού αντίστοιχου του χρόνου του ονείρου, παράγοντας ανασυνδυασμούς που λειτουργόύν ως σημεία:

Τα σημεία είναι εκεί για να σκεφτούμε τα αντικείμενα, που δεν είναι παρόντα.

Θέτοντας το πρόβλημα της εγγραφής της μνήμης και προσφέροντας το έργο, ώς εργαλείο της εγγενούς προσμονής, το συναίσθημα παρουσιάζεται καθ’υπερβολήν , πολλαπλασιαζόμενο.

 

Μαρία-Σμαράγδα Σκούρτα 

 Σχόλιο για την Έκθεση της Μαρίας –Σμαράγδας Σκούρτα :

«Η Πομπηία, μεγεθύνσεις και μεταμορφώσεις μετά τη φωτιά»

Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου Ευταξία, 2019   

 

 

                                                                                               Μαρία Μαντουβάλου.

                                     Ομότιμος καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής Σχολής Ε.Μ.Π.*

 

…Η Πομπηία αποτελεί ένα πολύτιμο “αρχείο” -με την φουκωική έννοια- για την δυναμική του συνόλου των σχέσεων στην κοινωνία. Την τότε, που “πάγωσε” κατά απόλυτο, μοναδικό τρόπο, αλλά και των κοινωνικών σχηματισμών που την προσέγγισαν, στο πέρασμα των δυόμιση αιώνων αρχαιολογικής έρευνας. Θα επισημαίναμε ακόμη, αν ο χώρος το επέτρεπε, και άλλης κατεύθυνσης και ιστορικής φάσης ,λόγιους προβληματισμούς σχετικά με την ιστορική μεθοδολογία, που έχουν βρει στην Πομπηία ένα “πειραματικό πεδίο”για την έρευνά τους.(1)

 Όταν συνάντησα το έργο της  Μαρίας-Σμαράγδας Σκούρτα για την Πομπηία,   άμεσα -έως απότομα- τα λίγα στοιχεία που ήξερα για την πόλη, συμπυκνώθηκαν. Μέσα στο σύνολο των έντονα στυλιζαρισμένων σε “κουτιά”, σειρές, κατασκευές έργων της, αναδύθηκε η ιδρυτική  συνθήκη της “τωρινής”  Πομπηίας. Το “λεπτό στρώμα ηφαιστειακής στάχτης”που απότομα εισέβαλε και πάγωσε σχεδόν άμεσα και για πάντα μια καθημερινότητα αναγνωρίσιμη . Και που χαρακτηριστικά, σχεδόν εμβληματικά, ανακαλεί η ίδια στα κείμενα της. “΄Οταν επισκέφτηκα την Πομπηία το 2005, ήταν φθινόπωρο. Περπατώντας μέσα στους δρόμους της αργά το απόγευμα μέσα σ' ένα πέπλο βροχής ερχόταν να προστεθεί το άγγιγμα της λάβας, η πιο διάφανη γάζα,υφασμένη από μια άχνα που είχαν οι αιώνες ανασάνει,μια πνοή ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία.”

H έκθεση αυτή βέβαια, της  Μαρίας – Σμαράγδας Σκούρτα  δεν αποτελεί μια απόπειρα  μνημονικής αναδόμησης  ιστορικών/ αρχαιολογικών πληροφοριών για την   Πομπηία. Αντίθετα, αποτελεί μια επιλεκτική ανάδειξη ή, κατά κάποιο τρόπο, μια «αρχαιολογική αποδόμηση» (2). Σε μια σειρά από έργα ζωγραφικής και γλυπτικής αναδεικνύει αποσπάσματα από σωζόμενες τοιχογραφίες της Πομπηίας, εστιάζοντας σε θεματικές, κυρίως από τον φυσικό και ζωικό κόσμο.   Η εικαστικός επιλέγει να αναδείξει λεπτομέρειες των σωζόμενων τοιχογραφιών, να τις απομονώσει, να τις μεγεθύνει και να τις αναπλαισιώσει. Αν και τα αποσπάσματα αυτά αποτελούν μέρος των μεγάλων ζωγραφικών συνθέσεων που ανακαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές στην αρχαία Πομπηία, δεν είναι κατ’ ανάγκη αναγνωρίσιμα. Αποτελούν λεπτομέρειες, θραύσματα, που αναδεικνύονται επιλεκτικά, αποκτώντας, με τον τρόπο αυτό, νέα σημασία και νέα μορφή.  

Μέσα από τη στάχτη / «μετά τη φωτιά»: Κάποια από τα έργα της Έκθεσης απεικονίζουν ανθρώπινες φιγούρες που μοιάζουν να προσπαθούν να ξεπροβάλλουν μέσα από τα στρώματα της στάχτης. Αχνές μορφές που καλύπτονται, ξεθωριάζουν και εξαϋλώνονται, υπενθυμίζοντας τη φωτιά ως καταστροφή. Η ανασύσταση της φθοράς χρωμάτων και υλικών, ακόμα και των ρωγμών των τοίχων εντείνουν μια αίσθηση χρονικότητας. Όμως, παράλληλα, σε άλλα έργα της Έκθεσης, θραύσματα του, φυσικού κυρίως. περιβάλλοντος αναδεικνύονται με καθαρά, έντονα χρώματα: φύλλα, φρούτα, πουλιά, ζώα. Οι λεπτομερείς αυτές απεικονίσεις δεν εστιάζουν στην καταστροφή, αλλά κατά κάποιο τρόπο φαίνεται να προσπαθούν να υπερβούν τη φωτιά. Ανακαλύπτουν «μετά τη φωτιά», τη ζωντανή φύση που κάποτε υπήρξε - αλλά και μια φύση (μια διάσταση) που υπάρχει διαχρονικά και α-χρονικά. Μέσα από την επιλεκτική, ενδεχομενική ανάδειξη, τα πράγματα μοιάζουν να αποκαλύπτονται, να ανασημασιοδοτούνται και να «μεταμορφώνονται» σε κάποια ιδεατή «αρχική» μορφή.

«Πλαίσια» και «Ένθετα»: Τα θραύσματα των τοιχογραφιών της Πομπηίας παρουσιάζονται στην Έκθεση σε νέα πλαίσια, τόσο ως προς τη νοηματοδότησή τους όσο και ως προς την υλικότητά τους. Τα περίτεχνα γλυπτικά πλαίσια ως υλικότητα μοιάζουν να ανακαλούν τη στάχτη και τα ηφαιστειακά πετρώματα, τα αποτεφρωμένα υλικά αντικείμενα ή τα εκμαγεία της αρχαιολογικής ανασκαφής. Η «αναπλαισίωση» ζωγραφικών θραυσμάτων, ένθετων σε γλυπτικά πλαίσια, εντείνει μια πρόσληψη «στρωματογραφίας». Μοιάζει να επιχειρεί μια εμβάθυνση στα επάλληλα στρώματα χρόνου και υλικών που επικάθονται στην αρχαία πόλη, «μετά τη φωτιά».  Η οπτική της «στρωματογραφίας» στα θραύσματα της Πομπηίας, που «μεγεθύνονται» και «μεταμορφώνονται» στο έργο της εικαστικού, επιτρέπει κάποιες πιο γενικές συνδέσεις με την “αστική στρωματογραφία” - την υλικότητα κτηρίων και χωρικών διευθετήσεων που κατασκευάζονται από τα  αποτυπώματα της ιστορίας και της ζωής , στον αστικό ιστό.

Στην, γειτονική της Πομπηίας, πόλη της Νάπολης ,αλλά και σε πολλές άλλες πόλεις, -και, θα λέγαμε, ιδιαίτερα ιταλικές πόλεις- μια συνήθης εμπειρία περιδιάβασης στις κεντρικές  περιοχές οδηγεί στην «ανακάλυψη» θραυσμάτων από διαφορετικές ιστορικές περιόδους, από την αρχαιότητα ως το σήμερα. Στοιχείων τέχνης και αρχιτεκτονικής που μπορούν να γίνουν κατανοητά ως «ένθετα» στον αστικό ιστό, άλλοτε σε υποβαθμισμένες στάθμες, άλλοτε στο επίπεδο του δρόμου και άλλοτε ενσωματωμένα σε κτίρια διαφορετικών περιόδων. Τα «ένθετα» αυτά αναδεικνύουν την πλούσια στρωματογραφία της πόλης. Αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του «παλίμψηστου» της πόλης» που συν αποτελείται από κτίρια, δρόμους, μνημεία, χώρους της φύσης, δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους και, μαζί, με όλους τους ενδιάμεσους, «μεταβατικούς» χώρους, καθώς και τις πολλαπλές και διασταυρούμενες  καθημερινές εμπειρίες και κοινωνικές πρακτικές.

Αξίζει να αναφερθούμε  εδώ και  πάλι στο ταξίδι και την αναλυτική ματιά στην πόλη της Νάπολης του  Βάλτερ Μπένγιαμιν και  της Άρια Λάτσις ,που την χαρακτηρίζουν  ως “πορώδη πόλη, όπου τα όρια δεν έχουν ακόμη παγιωθεί” (3) Και επισημαίνουν,σε συνδυασμό με το “πείραμα” για την “μέθοδο προσέγγισης της ιστορίας”,  τη συμβολή της πόλης αυτής, ως χωρο κοινωνικής οντότητας, στην τροφοδότηση ενός αναστοχαστικού βλέμματος για τον «περιηγητή»/ την «περιηγήτρια».

Στις «μεγεθύνσεις» και «μεταμορφώσεις» της Πομπηίας «μετά τη φωτιά», η Μαρία Σμαράγδα Σκούρτα, υιοθετεί -περισσότερο, ωθείται από- ένα τέτοιο αναστοχαστικό βλέμμα. Οι αποσπασματικές και υπομονετικά επίμονες εικαστικές μελέτες και επισημάνσεις της, κατασκευάζουν μια “γλώσσα” για να διατυπώσει “τον θρύλο” ,την “συνεργασία/ανταγωνισμό  πραγματικού και μη πραγματικού”, την “ακινητοποίηση του χώρου και του χρόνου” ,την δική της “τοποανάλυση του ονείρου”.

Σε μια συγκυρία που η ίδια η κατηγορία της Αρχαιολογίας και της “Ιστορικής γνώσης”, οι σχέσεις τους με τις πολλαπλές αναγνώσεις του παρελθόντος, οι  μέθοδοι προσέγγισης τους  κοκ, μοιάζει να αναζητούνται, αλλά και να είναι ανοιχτοί σε νέες έρευνες και διεπιστημονικές προσεγγίσεις, η Έκθεση της Μαρίας Σμαράγδας Σκούρτα, εντάσσεται σε μια διευρυνόμενη τάση “διασταυρώσεων” της Αρχαιολογίας και της Ιστορίας με την Τέχνη (4). Και συμβάλει, εν δυνάμει, και στη διεύρυνση, εμπλουτισμό και «μεταμόρφωση» και  των δικών μας τρόπων πρόσληψης  της αρχαιότητας, και μέσω της τέχνης στη σημερινή συγκυρία.

--------------------------------

* Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον αρχιτέκτονα, διδάκτορα Ε.Μ.Π. Λουκά Τριάντη, για την πολύτιμη συμβολή  του στην διαμόρφωση αυτού του κειμένου.

 (1)Αναφερόμαστε στην προσέγγιση / “πείραμα” για μια “υλιστική” προσέγγιση της ιστορίας του Βάλτερ  Μπένγιαμιν και στο ταξίδι του, μαζί με την Άρια Λάτσις, στην Νάπολη. Γράφουν(1924) “Η παραδοσιακή ζωή εξελίσσεται σαν μια παράσταση για τουρίστες.(...)  Η “Πομπηία” κάνει ακαταμάχητες τις γύψινες απομιμήσεις των ερειπωμένων ναών, τα περιδέραια από σβόλους λάβας και τους ψειριάρηδες ξεναγούς των τουριστικών περιηγήσεων.(...)  Τα φαινόμενα -κτήρια, ανθρώπινες χειρονομίες, χωρικές διευθετήσεις- (...) “διαβάζονται” σαν μία γλώσσα,(...) στην οποία ο κοινωνικός σχηματισμός της πόλης γίνεται ευανάγνωστος μέσω της προσλαμβανόμενης εμπειρίας.”(...) Αυτό το πείραμα θα είχε κεντρική μεθοδολογική σημασία για το “Passagen-Werk” Βλ. Susan Buck-Morss, Η διαλεκτική του βλέπειν: Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το Σχέδιο Εργασίας περί Στοών, Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2009 (σ. 42-45)

(2) Βλ. Maria Todorova, “Learning memory, remembering identity”,στο Balkan Identities. Nation and Memory, ed. Maria Todorova (London: Hurst & Company, 2004), 1-24. 

(3) Όπου στο (1)

(4) Αναφέρουμε εδώ ,ενδεικτικά, μια έκθεση που οργανώνεται σχεδόν παράλληλα με την Έκθεση της Μαρίας Σμαράγδας Σκούρτα, Πρόκειται για την Έκθεση  Ar(t)chaeology. Διασταυρώσεις  Φωτογραφίας και Αρχαιολογίας ,  στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας, από 19/10/18 έως 9/1/19.

                                                                                 Σοφία Πετροχείλου  Φιλόλογος  

Πριν από περίπου δύο χιλιάδες χρόνια, στις 24-26 Αυγούστου του 79 μ.Χ. ο Βεζούβιος σε μια μοιραία έκφραση της χθόνιας δύναμής του απαθανάτισε  την μικρή πόλη της Πομπηίας, αιφνιδιάζοντας τους κατοίκους και αιχμαλωτίζοντας κάτω από τη μαλακή - εκεί -λάβα του ηφαιστείου όλο το θάλπος της ελληνορωμαϊκής  κουλτούρας  του θέρετρου.

Τα άλλοτε εσωστρεφή ρωμαϊκά σπίτια του πυκνού πολεοδομικού σχεδίου της, διευρυμένα με ελληνικό περιστύλιο, στολισμένα με πλήθος τοιχογραφίες και ψηφιδωτά πατώματα ιστορούν την στενή σχέση των  Σαμνιτών και Ρωμαίων ενοίκων τους με τους μύθους και την αισθητική έκφραση των κατακτημένων γειτόνων προς Ανατολάς.

Όπως διαπιστώνει κανείς περιδιαβαίνοντας τον ερειπιώνα της Πομπηίας και το μουσείο της Νάπολης, που φιλοξενεί τμήματα των τοιχογραφιών της πόλης , στοιχεία της χλωρίδας και πανίδας που αφάνισε η λάβα προβάλλει σωσμένο στο εικονοκλαστικό καλειδοσκόπιο των πλούσια διακοσμημένων κτισμάτων της. Δάφνες κουμαριές , μυρτιές, κυδωνιές , παρέα με τους φτερωτούς ενοίκους τους, τσίχλες, κοτσύφια και άλλες μορφές,  ντύνουν τις επιφάνειες των εσωτερικών τους.

«Το εκπληκτικότερο απ΄ όλα όσα βλέπει κανείς στις ατέλειωτες αίθουσες του Μουσείου της Νεάπολης, όσα περιέχουν πομπηϊανές τοιχογραφίες, είναι η μανία για τους ελληνικούς μύθους, η διάδοση και η γνώση τους. Περνούμε μπροστά από την Ιφιγένεια, την Ελένη, την Ανδρομέδα, την Ομφάλη, τον Περσέα, τον Ηρακλή, τον Ορέστη και από ένα πλήθος άλλα θεϊκά πρόσωπα. Χρειάζεται που και που προσπάθεια για να τα ταυτίσουμε, και δεν χωράει αμφιβολία ότι ήξεραν μέσα στην Πομπηΐα οι κάτοικοι και οι καλλιτέχνες την Ελληνική μυθολογία πολύ καλύτερα απ’ ό,τι σήμερα εμείς.» έγραψε η αρχαιολόγος, έφορος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Σέμνη Καρούζου.
Στο πέρασμα των αιώνων οι συνάψεις των δύο πολιτισμών , ελληνικού και ρωμαϊκού, πλήθαιναν, η συνομιλία είναι διαρκής με δάνεια και αντιδάνεια. Η Πομπηία που ανακαλύφθηκε κάτω από την στάχτη και την κιμωλία του ηφαιστείου μιλά για μια ευτυχισμένη στιγμή της πολιτισμικής  αυτής συνάντησης, όπου ο πλούτος και η ευημερία της pax romana αντανακλάται στο χώρο και στην καθημερινότητα της ζωής των κατοίκων της.

Ο σύγχρονος άνθρωπος εμμονικά, θα πουν ίσως αρκετοί,   αναζητά το νεωτερικό, ενώ τα μέσα της εποπτείας και του παρελθόντος μας πληθαίνουν,  και, επιπλέον, προβάλλει η ανάγκη να στρέψουμε το βλέμμα εκεί , στο υπέδαφος, όπου οι ρίζες του παραδιδόμενου ενοικούν, εξακολουθώντας να εξυφαίνουν νέα  δίκτυα νοήματος, που τρέφουν το παρόν με χυμούς ζωογόνους.

Η Μ.Σ.Σ. ως επίμονη κηπουρός αυτού του μυστικού κήπου περιποιεί τιμή στην μεγάλη εικονοποιητική παράδοση  του κόσμου της ανατολικής Μεσογείου, διατρέχοντας με το έργο της αντίστροφα το χρόνο, πηγαίνοντας προς τις πηγές του κόσμου αυτού. Η Πομπηία είναι άλλο ένα βήμα πίσω στο ταξίδι προς τις απαρχές, την αρχή της αισθητικής γλώσσας που καθορίζει την ευρωπαϊκή τέχνη.

Με την συνείδηση του καλλιτέχνη που κατανοεί πως, ενώ όλα έχουν ειπωθεί  εδώ και καιρό, η ανθρώπινη κατάσταση υποβάλλει όλους μας σε μια αέναη μαθητεία και για τούτο  επανάληψη, η ζωγράφος  περιδιαβαίνει την αρχαία αποτεφρωμένη πόλη ανακαλύπτοντας με συγκίνηση  βλέμματα, χρώματα, χειρονομίες, ψιθύρους και θραύσματα ενός κόσμου που, αν και μοιάζει μακρινός, έχει το σφρίγος και την ψυχή ενός πολιτισμού ερωτευμένου με τη ζωή. Το δικό της βλέμμα αιχμαλωτίζει και ανασύρει από τα ερείπια του χώρου και του χρόνου αυτά τα φριγμένα ψιχία, για να  ανασυστήσει  και να παραδώσει  σε μας το όραμα της αδιάσπαστης συνέχειάς του. Στην παρούσα χρονική συγκυρία, όπου η δίνη της εντροπίας που παράγεται από την παγκοσμιοποιημένη οπτική  μας συμπαρασύρει  και  αδρανοποιεί τη σχέση  μας με γενέθλιες ταυτότητες, αυτή η ιστόρηση  μπορεί να είναι  πολύτιμη.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε ξανά στο φως την Πομπηία, αλλά είναι το  βίωμα του καλλιτέχνη, όπως αποδίδεται στο έργο του, που δυναμοποιεί αυτήν την πληροφορία, ώστε να την καταστήσει εκ νέου σημείο της γλώσσας μας, πληθαίνοντας τις αναφορές, ενεργοποιώντας τις συνάψεις, μεταγγίζοντας  την συγκίνηση.

Κοιτώντας τις μορφές που προβάλλουν στις εικόνες και τις εικαστικές εγκαταστάσεις της Μ.Σ.Σ. η ματιά μας μπορεί να  διακρίνει το  βίωμα αυτό. Η ιστόρησή της συναντιέται με το χρόνο στις ποικίλες του εκφάνσεις. Στέκει στο νοητό σύνορο της συνάντησης της Δύσης με την Ανατολή, του αρχαίου κόσμου με τις απαρχές του μεσαιωνικού, στη σύζευξη της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς στη ζωγραφική, την ποίηση την αφηγηματική γλώσσα και την αρχιτεκτονική, με τη νέα επεκτεινόμενη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι μορφές όπου εστιάζει το βλέμμα της , θερμά φωτισμένες,  όπως από  το πυρ που τις κατάπιε, υπαινίσσονται και τη δική μας θνητότητα.  Ανακαλύπτουμε εσωτερικά τοπία, μνήμες μιας παιδικής ηλικίας ευτυχισμένης στην πρώτη της συνάντηση με την ομορφιά και το μυστήριο της φύσης , ποιητικές λαμπηδόνες , όπως τις αποκαλεί ο Οδυσσέας Ελύτης που ομολογεί στον Μικρό Ναυτίλο:

Περιμένω την ώρα που ένα

Περιβόλι ελεητικό θ΄αφομοιώσει

Τ΄ απόβλητα όλων των αιώνων

 

Η οργανικότητα αυτού του κόσμου εκφράζεται ανάγλυφα στις συνθέσεις της έκθεσης . Το μάτι καθοδηγείται να εστιάσει σ ένα χώρο αρχιτεκτονημένο έτσι ώστε να κυριαρχεί η πύκνωση  της προσοχής. Η χρήση των  υλικών ξαναλέει την ιστορία του ίδιου του χρόνου που κυριαρχεί: επιλέγοντας , αναδομώντας, εγκιβωτίζοντας, θρύβοντας, αλλοιώνοντας , χρωματίζοντας , αποχρωματίζοντας , οξειδώνοντας,  σβήνοντας, συνταιριάζοντας, μετασχηματίζοντας,   μετουσιώνει  τη ζωή.

Η Πομπηία της Μ.Σ.Σ.,  ως μια εικαστική ελεγεία , που αφορά μια  μοιραία φωτισμένη  στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας και της δικής μας κληρονομιάς, μια πολυσήμαντη  ρωγμή, μιλά για όλα αυτά με συμπόνια, ενσυναίσθηση και μια πλούσια, τρυφερή και βαθιά ποιητική γλώσσα. 

bottom of page